Ανησυχία και προβληματισμό για τη μείωση στην πάλαι ποτέ ναυαρχίδα των ελληνικών εξαγωγών, κομπόστα, εκφράζει η Ένωση Κονσερβοποιών Ελλάδος (ΕΚΕ), μέσω του προέδρου, Κώστα Αποστόλου. Τα στοιχεία της περασμένης χρονιάς αναφέρουν ότι η ποσότητα που εξήχθη τη χρονιά που πέρασε, ανήλθε στους 243.500 τόνους, παρουσιάζοντας πτώση σε σχέση με το 2023 που αγγίζει το 3%. Η πτώση που παρουσίασαν οι εξαγωγές κομπόστας ροδάκινου το 2024, προκαλεί αγωνία στον κλάδο καθώς έχουν απομείνει αποθέματα της παραγωγής, τα οποία έχει γίνει γνωστό πότε θα διατεθούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η αξία της κομπόστας που εξήχθη έφτασε τα 370 εκατ. και μαζί με τους χυμούς και τις φρουτοσαλάτες ανέρχεται στα 500 εκατ. ευρώ και σημειώνεται μάλιστα ότι λόγω του πλεονάσματος πρώτης ύλης υπήρξε πίεση στα κονσερβοποιία που παρήγαγαν περισσότερη ποσότητα του αναμενόμενου.
Αναλογικά, η χώρα που απορρόφησε το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταφορών ήταν οι ΗΠΑ, αφού έφτασε το 20%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη Λατινική Αμερική ήταν 14%, την ώρα που το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών απορρόφησε το 45%. Προβληματισμός βέβαια εκφράζεται και σε μία ενδεχόμενη επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν ήδη επιβάλλει στον βασικό ανταγωνιστή της Ελλάδας, την Κίνα.
«Μία ενδεχόμενη επιβολή νέων δασμών θα πιέσει περαιτέρω τις εξαγωγές αφού δεν υπάρχουν εναλλακτικές, θα παραμένει απούλητο προϊόν και θα αναγκαστούμε να σχεδιάζουμε την παραγωγή για πολύ λιγότερες ποσότητες. Σημειώνεται επιπλέον ότι έχει παρατηρηθεί μείωση των εξαγωγών στις χώρες της ΕΕ, όπως επίσης και μία αναντιστοιχία στις τιμές που πωλείται το προϊόν στα ράφια των σούπερ μάρκετ της Ευρώπης, καθώς πολλές φορές η τιμή που καταγράφεται είναι 2 έως 2,5 φορές πάνω από την αξία των εξαγωγών» τονίζει στη «ΜτΚ» ο πρόεδρος της ΕΚΕ.
Η βιομηχανία βρίσκεται μπροστά σε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα καθώς έχει να αντιμετωπίσει τις απειλές αλλά και να εξετάσει τις προοπτικές που μπορούν να την απεγκλωβίσουν από ενδεχόμενα οικονομικά αδιέξοδα. Χρειάζεται συντονισμός από την πλευρά των εξαγωγέων και από την εκείνη της κυβέρνησης, ώστε να μην υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες για τους εμπλεκόμενους.
Προς αναζήτηση λύσης για την ανάκαμψη των εξαγωγών
Πέρα από τις τιμές πώλησης στα ράφια που βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη μείωσης της αγοραστικής δύναμης των Ευρωπαίων καταναλωτών, ένα ακόμα ζήτημα, αυτό της αλλαγής διατροφικής κουλτούρας των ανθρώπων παγκοσμίως θέτει στη «ΜτΚ» ο αντιπρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, Χρήστος Γιαννακάκης. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στις Βρυξέλλες και στο πλαίσιο συνεργασιών για την προώθηση, μεταξύ άλλων, και του μεταποιητικού προϊόντος της κομπόστας, ο Χρ. Γιαννακάκης υπογράμμισε τη σημασία της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών και της προσαρμογής των νέων δεδομένων στην επεξεργασία της κομπόστας. Αναφερόμενος στις αλλαγές των διαιτητικών απαιτήσεων, έκανε λόγο για την ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικών τρόπων παραγωγής, καθώς παρατηρείται σταδιακή μείωση στην κατανάλωση ζάχαρης, συστατικό πάνω στο οποίο βασίζεται η κομπόστα.
«Οι διατροφικές συνήθειες έχουν αλλάξει και πρέπει να βρούμε εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής. Αν κάνουμε μία άτυπη έρευνα σε αναψυκτικά θα παρατηρήσουμε ότι πάνω από το 50% των προϊόντων χρησιμοποιούν άλλες γλυκαντικές ουσίες. Υπάρχει σταδιακή μείωση στην πρόσληψη ζάχαρης και αποτελεί βασική παράμετρο η αλλαγή στην επεξεργασία της κομπόστας» υπογραμμίσει στη «ΜτΚ» ο κ. Γιαννακάκης.
Κομπόστα με στέβια;
Η παραγωγή συμπύρηνου ροδάκινου έχει τεράστια οικονομική σημασία για τη χώρα μας, κυρίως λόγω του ότι το 40% του παγκόσμιου εμπορίου κομπόστας, προέρχεται από ελληνικό ροδάκινο. Με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1131/2011 της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 2011, για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1333/2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιτρέπει τη χρήση γλυκοζιτών στεβιόλης σε ορισμένα τρόφιμα. Το παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 καθορίζει τα προϊόντα στα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στέβια. Οι ισχύοντες κανονισμοί δεν επιτρέπουν τη χρήση στέβιας στα κονσερβοποιημένα ή εμφιαλωμένα φρούτα με κωδικό 4.2.3. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες της Αμερικάνικης Ένωσης για τον Διαβήτη, η στέβια μπορεί να έχει ευεργετικές ιδιότητες στον έλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης των ατόμων που πάσχουν από διαβήτη. Συνεπώς οι όποιες αποφάσεις της Επιτροπής, σύμφωνα και με τον Χ. Γιαννακάκη αφορούν στο κατά πόσο επιθυμεί να εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης του παραρτήματος, ώστε να διατεθεί ένα ευρύτερο φάσμα προϊόντων, όπως τα κονσερβοποιημένα φρούτα, σε άτομα που υποφέρουν από διαβήτη.
Τη σχετική ερώτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε πρόσφατα ο ευρωβουλευτής Μανώλης Κεφαλογιάννης χαρακτηρίζοντας οξύμωρη τη διάκριση στη δυνατότητα χρήσης στέβιας σε αναψυκτικά και φυσικούς χυμούς, όχι όμως σε κονσερβοποιημένα φρούτα.
Πλεονέκτημα στην ελληνική παραγωγή ροδάκινων και νεκταρινιών δίνει η έλλειψη ισπανικού προϊόντος στην αγορά φρούτων και λαχανικών. Οι εξαγωγές τόσο για τα ροδάκινα όσο και για τα νεκταρίνια είναι αυξημένες, με την ζήτηση και τις τιμές να είναι υψηλές.
Συγκεκριμένα, η εξαγωγή νεκταρινιών είναι αυξημένη κατά 189% σε σχέση με το 2021 αγγίζοντας τους 13.861 τόνους και τα ροδάκινα κατά 44,1% φτάνοντας τους 19.557 τόνους.
Συγχρόνως, ο Ιούλιος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εξαγωγικούς μήνες για εξαγωγές φρούτων και λαχανικών. Τα πυρηνόκαρπα φρούτα όπως τα ροδάκινα, τα δαμάσκηνα, τα νεκταρίνια, τα βερίκοκα και τα κεράσια θα είναι τα προϊόντα που πρωταγωνιστούν. «Θα πρέπει η ευκαιρία που παρουσιάζεται από την εξαίρεση του συνεχιζόμενου μέχρι 31/12/2022 εμπάργκο της Λευκορωσίας για βερίκοκα, ροδάκινα, νεκταρίνια, κεράσια να δραστηριοποιήσει το εξαγωγικό μας εμπόριο κα προς αυτόν τον προορισμό», σχολιάζει ο ειδικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών και Χυμών – Incofruit Hellas κ. Γιώργος Πολυχρονάκης.
Σε κάθε περίπτωση, όπως εξηγεί, ακόμη και στην ομαλή συγκομιδή και εμπορία της παραγωγής θα επιφέρει μείωση του εισοδήματος των παραγωγών «λόγω υπερπροσφοράς στις καταναλωτικές αγορές, δεδομένου ότι η οποιαδήποτε ποσοστιαία μεσοσταθμική αύξηση της τιμής πώλησης δεν θα καλύψει την αύξηση του κόστους παραγωγής».
Υψηλές αποδόσεις
Στο μεταξύ, συνεχίζεται η συγκομιδή θερινών φρούτων και λαχανικών.
Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές των βερίκοκων είναι αυξημένες κατά 30,1% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2021 ανερχόμενες σε 13.993 τόνους, ενώ είναι μειωμένα κατά 16,7% σε σχέση με 2020.
Τα ροδάκινα είναι αυξημένα κατά 44,1% σε σχέση με το 2021 και μειωμένα κατά 47,4% σε σχέση με 2020).
Τα νεκταρίνια είναι αυξημένα κατά 189% σε σχέση με το 2021 και μειωμένα κατά 38,2% σε σχέση με 2020.
Οι εξαγωγές κερασιών είναι μειωμένες κατά 5,6% σε σχέση με το 2021 (-13,1% σε σχέση με 2020), καρπουζιών κατά -22,5% φτάνοντας τους 139.214 τόνους (-18,3% σε σχέση με 2020) τόνους «με τις τιμές πώλησης και αγοράς ελαφρώς βελτιωμένες έναντι της αντίστοιχης προπέρσινης περιόδου που δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής και εμπορίου», επισημαίνει ο κ. Γ. Πολυχρονάκης.
Παράλληλα, σημειώνει το γεγονός ότι «η φετινή παραγωγή θερινών φρούτων στην χώρα μας – με τις μέχρι σήμερα καιρικές συνθήκες και τις ζημιές που έχουν προκληθεί- εκτιμάται ότι θα είναι μια κανονική χρονιά στα επίπεδα του 2020 και οι εξαγωγές αναμένονται να κυμανθούν στο ύψος του 2020. Το 2021 είχαμε λόγω καταστροφών μεγάλες απώλειες παραγωγής και εξαγωγών θερινών φρούτων. Πλην όμως η μέχρι σήμερα πορεία δεν επιβεβαιώνει αυτή την ευχή. Δείχνει δε μια μείωση της τάξης του -23,2% έναντι του 2020 οφειλόμενη τόσο στην υποκατανάλωση στις κύριες αγορές όσο και στην έλλειψη εργατών γης».
«Δυστυχώς εξακολουθεί η διακίνηση προϊόντων ατυποποίητων και κατευθείαν απ’ τον αγρό, χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα (πιστοποιητικά τυποποίησης και ίσως φορολογικά) αλλά και σωστής επισήμανσης της συσκευασίας τους από «Έλληνες, Βαλκάνιους κ.α εμπόρους». Καλούνται οι αρμόδιες ελληνικές ελεγκτικές αρχές για την αυστηρή τήρηση των εμπορικών προδιαγραφών – ποιότητας για τα αποστελλόμενα-εξαγόμενα οπωροκηπευτικά προϊόντα», σημειώνει.